FLORIDA DI LEVANTE

3544210583_9b500f5799_b-700x446

Μετά από επανειλημμένα παράπονα των υπόλοιπων ηλικιωμένων, οι υπεύθυνοι του οίκου ευγηρίας αναγκάστηκαν να διαμορφώσουν ένα δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα για να τρώνε μόνοι τους εκεί η Mrs. Πόπη και ο Mr. Γεράσιμος. Το είχαν συνήθειο την ώρα του φαγητού να τραγουδάνε ιταλικές καντάδες. Οι παράφωνες διφωνίες τους και τα επακόλουθα γέλια ταράζανε την νεκρική σιγή της τηλεόρασης που επικρατούσε στην τραπεζαρία.

Η Πόπη είχε μετακομίσει πρώτη στο γηροκομείο. Ένα αμελητέο οικιακό ατύχημα την είχε ρίξει σε κόμμα λίγων εβδομάδων από το οποίο βγήκε με καλπάζουσα γεροντική άνοια.  Η κόρη της δεν είχε άλλη επιλογή. «It’s the best in Florida» ήταν η απάντησή της στις ενστάσεις του uncle της.

Ο Γεράσιμος επισκεπτόταν την αδερφή του μία φορά τον μήνα. Ήταν ένα από τα λίγα άτομα που η Πόπη αναγνώριζε. Έφευγε πάντα με βαριά καρδιά.

Όταν ο Γεράσιμος χήρεψε, ο γιος του αποφάσισε να τον φέρει στο ίδιο γηροκομείο. Ο Γεράσιμος αρνήθηκε πεισματικά παρότι τα πρώτα σημάδια της αρρώστιας είχαν κάνει την εμφάνισή τους και το ενδεχόμενο να μείνει μόνος του στο σπίτι ήταν παρακινδυνευμένο.

Το πρώτο βράδυ προσπάθησε να αποδράσει κλέβοντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου της αρχινοσοκόμας. Δεν έφτασε πέραν του πάρκινγκ. Σιγά-σιγά εγκλιματίστηκε στο νέο του, βερικοκί περιβάλλον: η σταθερή θερμοκρασία, το μαλακό φαγητό, οι μελαμψές νοσοκόμες και κυρίως η Πόπη, στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Μετά από μισό αιώνα και, ήταν ξανά συγκάτοικοι κάτω από την ίδια στέγη.

Αργά και σταθερά, σαν άμπωτη, απέσυρε η άνοια στα βάθη της συνείδησης παιδιά, γάμους, καριέρες και ξενιτεμούς, αποκαλύπτοντας παμπάλαιες μνήμες σφηνωμένες στον βυθό. Τα δύο αδέρφια περνάγανε τις μέρες τους ανατρέχοντας ένα προς ένα τα σοκάκια του Αργοστολίου, παρακολουθώντας τους Ιταλούς κατακτητές από το κελάρι του πατρικού τους, αναζητώντας τα καλύτερα σύκα στο κτήμα του παππού τους, αποστηθίζοντας ιταλικές καντάδες της εποχής.

Η Πόπη είχε γεννηθεί δυο χρόνια πριν τον Γεράσιμο. Ο Γεράσιμος πέθανε δυο βδομάδες μετά την Πόπη.

Advertisements
Tagged , , , , , , , , ,

MADRID

proyectos-para-invertir-vivienda-en-madrid-housers-entorno-3

Είχε πρόσφατα πατήσει τα τριάντα. Ήταν αρκετά χρόνια στην Ελλάδα  παλεύοντας  να στήσει μια ζωή εδώ. Είχε μάθει άπταιστα ελληνικά. Τα οικονομικά όμως δεν έβγαιναν, τα μαθήματα ισπανικών δεν ήταν ικανή πηγή εισοδήματος κι ό,τι άλλο είχε προσπαθήσει να στήσει δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Εξαίρεση η σχέση με την Ελληνίδα που τον είχε φέρει στη χώρα. Είχαν γνωριστεί όταν κάνανε μαζί Erasmus σε κάποια πόλη της Ιταλίας.

Μετά από βάσανο μεγάλο αποφάσισε να επιστρέψει στην Ισπανία και να γίνει πιλότος ελικοπτέρων στο Ισπανικό Ναυτικό. Ο ίδιος είχε σπουδάσει Γεωγραφία. Υπήρχε όμως μια στιβαρή οικογενειακή παράδοση στα Σώματα από την οποία προσπαθούσε να ξεφύγει.  Η κρίση των τριάντα ήταν το τελικό πλήγμα. Θεώρησε δείγμα ωριμότητας να αποδεχτεί την ήττα του στην Βαλκανική χερσόνησο και να επιστρέψει στην Ιβηρική. Θα σπούδασε κάποια χρόνια, θα γινόταν πιλότος στο Σώμα και μετά θα επέστρεφε στην Ελλάδα για να εργαστεί σε μια νατοϊκή βάση.  Όλα ήταν σοφά μελετημένα.

Το ταξίδι από την Θεσσαλονίκη στη Μαδρίτη έγινε με αμάξι. Ήταν Σεπτέμβρης. Μαζί του είχε έναν απρόσμενο συνταξιδιώτη. Ένας από τους μαθητές του των Ισπανικών έφευγε για Erasmus στη Μαδρίτη. Είχανε δέκα χρόνια διαφορά και μια φιλία που είχε αναπτυχθεί στα πλαίσια ενός ολιγομελούς γκρουπ Ισπανικών.

Ξεκίνησαν βράδυ από Θεσσαλονίκη και το πρωί πήρανε το πλοίο από Ηγουμενίτσα. Την άλλη μέρα το πρωί θα φτάνανε Βενετία. Στο πλοίο δεν είπανε πολλά. Μοιράζονταν βουβά τα ανάμικτα συναισθήματα για την εκ διαμέτρου αντίθετη περιπέτεια που περίμενε τον καθένα τους στο τέλος του ταξιδιού.

Στην Ιταλία έβρεχε καταρρακτωδώς. Οδήγησαν εναλλάξ, αλλάζοντας κάθε τέσσερις ώρες. Βενετία – Σαν Σεμπαστιάν σε μία μέρα. Μια διανυκτέρευση με μηλίτη και πίντσος και την επόμενη άφιξη στη Μαδρίτη.

Ο μαθητής πήγαινε για ένα εξάμηνο. Τελικά έκατσε χρόνο. Ο δάσκαλος στους δύο μήνες βρισκόταν πίσω στη Θεσσαλονίκη.

Tagged , , , , , , ,

HOENSBROEK

22372

Μια παράταιρη μετάθεση του πατέρα τους είχε φέρει στην βαθιά επαρχία των Κάτω Χωρών.  Τετραμελής οικογένεια, μαμά, μπαμπάς και δύο γιοι στην προεφηβεία. Ήταν αρχές δεκαετίας του ’90 – παράταιρη εποχή για οικογενειακή μετανάστευση. Κανείς τους δεν χαιρόταν με την αλλαγή.

Οι γονείς παντρεύτηκαν από έρωτα σφοδρό. Ο μπαμπάς από συντηρητική οικογένεια, στρατιωτικός στο επάγγελμα. Η μαμά νοικοκυρά, από οικογένεια κομμουνιστών. Ο δεσμός τους βρήκε απέναντί του δύο σόγια και τον ελληνικό Στρατό.

Η πόλη, το χωριό για την ακρίβεια, ήταν πολύ κοντά στα σύνορα. Για βενζίνη πηγαίνανε στη Γερμανία και για σούπερ-μάρκετ στο Βέλγιο. Τα αγόρια αναθεώρησαν εμπράκτως την έννοια των εθνικών συνόρων.

Στο χαμηλοτάβανο ολλανδικό σπίτι τους δέχονταν συχνά Έλληνες από τις γείτονες χώρες. Η συντροφιά τους ήταν μια παρηγοριά. Θεωρούσαν πάντα υποχρέωση των δύο γιων να κατέβουν από τα δωμάτιά τους και να χαιρετίσουν τους προσκεκλημένους.

Τις καθημερινές τις περνάγανε οι τέσσερις τους, τρώγοντας σπιτικό ελληνικό φαγητό με τις πιτζάμες και βλέποντας μετά ολλανδική τηλεόραση. Όταν η νοσταλγία φούντωνε έμπαινε στο πικ-απ Μοσχολιού. Ουκ ολίγες φορές κατέληγαν τα αγόρια γονατισμένα, να χασμουριούνται ενώ χτυπάνε παλαμάκια. Η μαμά χόρευε ζεϊμπέκικο με τη ρόμπα.

6 Μαρτίου του 1994 πέθανε η Μελίνα Μερκούρη. Συγγενείς από την Ελλάδα τους στείλανε βιντεοκασέτα με την κηδεία της, όπως την είχαν αναμεταδώσει οι ειδήσεις. Στήθηκαν όλοι μαζί στον καναπέ, με τις πιτζάμες. Τα αγόρια είδαν για πρώτη φορά τον μπαμπά τους να κλαίει γοερά.

Tagged , , , , , , , , , , , ,

TUPPER

inout

“In & Out” by Fabrice Fouillet

Η Ιερή Πύλη άνοιξε αργά. Ένα μικρό τραπέζι βγήκε από το Ιερό και στήθηκε στα δεξιά της. Ακολούθως, τοποθετήθηκε πάνω του ένα μεγάλο κερί. Τελευταίο ήρθε το πλαστικό τάπερ. Ορθογώνιο, μεγάλου μεγέθους, με μπλε καπάκι.

Ο ηλικιωμένος ιερέας πρόβαλε από την Πύλη επιβλητικός μέσα στα πλουμιστά του άμφια. Στράφηκε προς το τάπερ και ξεκίνησε το μνημόσυνο. Δεήθηκε υπέρ της κεκοιμημένης δούλης του Θεού και ευχήθηκε να είναι αιώνια η μνήμη της. Το τάπερ πεντακάθαρο,  ασάλευτο μπροστά στο κερί, άκουγε γαλήνια την καθαρεύουσα του Θεού. Ήταν γεμάτο με κόλλυβα.

Κανένα από τα τάπερ που φύγανε από το σπίτι της κεκοιμημένης δεν είχε μεταφέρει μνημόσυνη τροφή. Ήταν ταγμένα στα υπολείμματα οικογενειακών τραπεζιών, μικρών και μεγάλων. Πολλά από αυτά βρίσκονται διασκορπισμένα στα ντουλάπια συγγενών. Εκτός απροόπτου, θα ζήσουν αιώνια.

Tagged , ,

KAFKOS

Ένα βίντεο κλιπ που φτιάξαμε μαζί με την Κατριάννα Παντέλη και τον Δημήτρη Λογοθέτη για το ολοκαίνουριο φωνητικό κουαρτέτο “Γιασεμί” στο οποίο συμμετέχει και η αδερφή μου Μάρθα. Το τραγούδι είναι διασκευή ενός κρητικού ριζίτικου το οποίο αφηγείται ένα μακάβριο όνειρο.

A video clip I made along with friends for the vocal quartet “Jasmin” in which my sister Martha participates. The song is an arrangment of a traditional Creatan song. The lyrics narrate the dream of a woman inlove: she saw her lover Kafkos as a hunter and her husband as pray…

Tagged , , , , , ,

Ένα σποτ για το βιβλίο μου “Εφτά ψυχές στο στόμα“. Πρωταγωνιστεί ο Πουρπούρης ο οποίος τυγχάνει και χαρακτήρας του βιβλίου.

Tagged , , , , ,

ALEXANDRIA

Φύγαμε για το χωριό οικογενειακώς. Δεν ήταν μια ανοιξιάτικη εξόρμηση. Υπήρχε λόγος σοβαρός: η εκταφή του παππού και της γιαγιάς.

Ο ξάδερφος και μόνο μέλος του σογιού που παρέμενε στα πάτρια εδάφη ανέλαβε να διαλευκάνει τηλεφωνικώς μία διαδικαστική απορία:

«Έλα Ελένη, έχει έρθει η Στέλλα για την εκταφή του θείου Αριστείδη. Πες μου κάτι, ο τάφος του θείου ανήκει σε σας;» Μικρή παύση. Απάντηση στην άλλη άκρη της γραμμής. «Καλά θυμόμουν. Ε, να το ξέρετε τότε, από αύριο αδειάζει θέση!»

Το μαύρο χιούμορ κυλούσε στα γονίδια της οικογένειας. Το είχαν πολλοί από τους συγγενείς μας που κείτονταν στα μνήματα του νεκροταφείου.

Ένας Αιγύπτιος εργάτης έσκαβε τον τάφο με φτυάρι. Είχαν περάσει χρόνια πολλά από τις κηδείες. Το ξύλο είχε λιώσει. Το ίδιο και τα σώματα. Έμεναν μόνο ρούχα και κόκαλα. Έμπειρος ανατόμος, ο Αιγύπτιος συνέλεξε όλα τα οστά του παππού και της γιαγιάς φροντίζοντας να παραδώσει το ζευγάρι αρτιμελές.

Η λεπτομέρεια: το ζεύγος γνωρίστηκε στην Αίγυπτο κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο παππούς βρέθηκε εκεί με τον ελληνικό στρατό. Η γιαγιά ήταν αιγυπτιώτισσα. Το προξενιό έγινε από την αδερφή της γιαγιάς που είχε αρραβωνιαστεί έναν συγχωριανό του παππού. Παντρεύτηκαν στην Ελλάδα, μετά το τέλος του πολέμου.

Μια ξανθοβαμμένη γυναίκα έπλενε τα κόκαλα καθισμένη ανακούρκουδα στη σκιά ενός πεύκου. Ο ανοιξιάτικος ήλιος είχε εξατμίσει την πρωινή δροσιά. Τα παιδιά της, ηλικίας δημοτικού, έπαιζαν κυνηγητό στον πολεοδομικό ιστό του κοιμητηρίου. Η μητέρα τους σχολίασε καθώς σαπούνιζε την κνήμη: «Ψηλός ο παππούς». Ήταν όντως ψηλός.

Μαζί με τον ξάδερφο είχε έρθει κι ο δωδεκάχρονος γιος του. Ο πατέρας του επέμενε πως ήταν καλό γι’ αυτόν να εξοικειώνεται με τον κύκλο της ζωής. Ο πιτσιρικάς κάπνιζε τα τσιγάρα του χωρίς να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το τελετουργικό της εκταφής. Κάθε τόσο έξυνε επιδεικτικά τα γεννητικά του όργανα.

Ο νεαρός παπάς έρανε τα οστά με κόκκινο κρασί και έψαλλε μιαν ευλογία. Κλείσαμε τα μεταλλικά κασελάκια και τα μεταφέραμε στο οστεοφυλάκιο. Εκεί ήταν μαζεμένο μπόλικο σόι. Ανάμεσά τους η Αλίκη και ο Στέλιος, οι προξενητές.

Μείναμε για κάποια ώρα στο νεκροταφείο. Ο χώρος ενδείκνυται για χώνεψη υπαρξιακών σκέψεων. Ανάμεσα στις σιωπές, ο ξάδερφος μας διηγιόταν ξεκαρδιστικές ιστορίες από τους διάφορους συγχωριανούς που αναγνώριζε στις φωτογραφίες των τάφων.

Επιστρέφοντας, το αγροτικό του ξάδερφου μπήκε μπροστά. Στην καρότσα στεκόταν όρθιος ο υιός. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής μας πρότεινε το πουλί του με τις δύο του παλάμες τεντωμένες.

Tagged , , ,

UN CHAT D’ AMOUR

peniciline

Γνωριστήκαμε στο νησί. Ζούσε κάπου στη γειτονιά γύρω από το εξοχικό. Δεν ανήκε σε κάποιον – ούτε επιθυμούσε αλλά ούτε και είχε ανάγκη από θετούς γονείς. Ήταν μία άριστη κυνηγός, ικανή να συντηρήσει μόνη της τον εαυτό της και τα πέντε τέκνα της.

Το όνομά της ήταν μία έμπνευση της στιγμής: Πενικιλίνη. Κατά ένα περίεργο τρόπο το όνομα αυτό ταίριαζε τόσο στον πολύχρωμο χαρακτήρα της όσο και στην τρίχρωμη γούνα της.

Με το που φθάσαμε, ανακήρυξε το σπίτι μας ως το νέο της αγαπημένο μέρος για ύπνο και εμάς, τους ενοίκους του, ως τους νέους αγαπημένους της ανθρώπους. Προκειμένου να κάνει σαφή αυτή της την απόφαση, μετακόμισε τα πέντε νεογέννητά της στη φραγκοσυκιά απέναντι από την αυλή.

Η Πενικιλίνη δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη. Είχε τεράστια μάτια, ως επί το πλείστον ημίκλειστα εκτός από όταν ήταν σε κατάσταση επαγρύπνησης. Τρελαινόταν να την χαϊδεύουν και να τρίβει το ισχνό κορμί της σε γωνίες τοίχων και πόδια τραπεζιών. Ήταν πολύ κοινωνική και ευφυής. Της άρεσε να περνάει χρόνο μαζί μας αλλά δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον να μπει στο σπίτι παρά μόνον όταν πεινούσε και βαριόταν να κυνηγήσει.

Περάσαμε πολλές ώρες μαζί. Καθόταν στον πάγκο δίπλα μου και πουρπούριζε ενόσω εγώ δακτυλογραφούσα κατά της διάρκεια της νύχτας. Έγραφα τα τελευταία κεφάλαια του πρώτου μου μυθιστορήματος, μια ιστορία με γάτες σε ένα Ελληνικό νησί – ω, τι υπέροχη σύμπτωση! Η ιδέα είχε γεννηθεί ένα χρόνο πριν σε μια αντίστοιχη παραθεριστική κατοικία την οποία είχαν οικειοποιηθεί δύο γατάκια τα οποία έμελλαν να γίνουν οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος.

Η Πενικιλίνη δεν ήταν μέρος της ιστορίας. Με κάποιο τρόπο όμως, προς το τέλος της αφήγησης, εμφανίστηκε μέσα στην πλοκή με τον πλέον φυσικό τρόπο. Μου ήταν αδύνατον να αντισταθώ στον πειρασμό να την βάλω να συγχρωτιστεί με τις εφτάψυχες πρωταγωνίστριες της ιστορίας. Δεν χρειαζόταν να κάνει πολλά. Η ειλικρινής και αγαπησιάρικη προσωπικότητά της σε συνδυασμό με τις άριστες κυνηγετικές της δεξιότητες προσέδιδαν μια γλαφυρή νέα δυναμική στην γατοπλοκή.

Έτσι συνέχισα το γράψιμο με έναν νέο γαταχαρακτήρα: μια χαλαρή, νυμφομανή γάτα – η ίδια γάτα που πουρπούριζε δίπλα στα πόδια μου.

Έπρεπε να φτάσω προς τις τελικές διορθώσεις για να συνειδητοποιήσω γιατί η Πενικιλίνη είχε παρεισφρήσει στην ιστορία. Αποτελούσε ένα αρχέτυπο γάτας. Μια γάτα που κυνηγά, θηλάζει, κοινωνικοποιείται και δημιουργεί δεσμούς ενώ παραμένει ανεξάρτητη. Μια γάτα που ισορροπεί αψεγάδιαστα ανάμεσα στην άγρια και την εξημερωμένη φύση της. Μια γάτα που άξιζε ένα βιβλίο αφιερωμένο σ’ αυτήν.

Tagged , , , , ,

DIECI MINUTI

deka lepta

Οι γονείς είχαν χωρίσει. Ο μπαμπάς είχε κόψει το κάπνισμα. Ο γιος είχε ανακαλύψει τον αυνανισμό.

Μπαμπάς κι γιος πήγαν καλοκαιρινές διακοπές χωρίς τα κορίτσια. Οργανωμένο κάμπινγκ στην Πελοπόννησο. Ιταλικές οικογένειες σκούζανε ολούθε.

Ο μπαμπάς είχε ξαναρχίσει το κάπνισμα και είχε βάλει από μόνος του έναν περιορισμό: ποτέ μπροστά στο παιδί. Κάθε τρεις και λίγο εξαφανιζόταν για να πάρει ένα τηλέφωνο, για να κατουρήσει ή να φέρει κάτι από το αμάξι. Γύριζε μετά από δέκα λεπτά ξεχαρμανιασμένος και μυρίζοντας τσιγαρίλα.

Έπρεπε να καλύψουν τον χαμένο χρόνο – τον χειμώνα δεν βρίσκονταν συχνά. Υπήρχε πολλή αμηχανία. Ήταν κι η εφηβεία στη μέση.

Πέντε, έξι φορές τη μέρα, ο γιος κλειδωνόταν στο ημιυπαίθριο ντους, έριχνε ένα κέρμα των 50 δραχμών στο χρονόμετρο κι απολάμβανε δέκα λεπτά τρεχούμενου νερού.

Επέστρεφε στη σκηνή ξεχαρμανιασμένος και μυρίζοντας σαμπουάν μπύρας. Άθελά του, έπιανε τον πατέρα του στα πράσα μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι.

Tagged , , , ,

THE BOYS NEXT DOOR

The picture came from http://panosdragonas.net/

She lived in a two-stories house with a big garden in the back. The house, though downtown, was privileged to be located at the junction of two very quiet pedestrian streets. The garden was a place of soft serenity.

She was an architect, single, had recently celebrated her 45th birthday. She considered herself open-minded and had many proofs of the fact. In the past few years, she had invented a new career for herself: designing and selling houses in SimCity.

Many would make fun of her career but, truth be told, she earned more than most of her colleagues. Spending majority of her time in the SimCity was not an issue. It was how she foresaw this new career. Seated for hours in front of a PC she kind of missed the time spent in the garden that unintendedly grew into a patch of fenced wilderness.

Right next to hers was another house of the same size and age. This one, abandoned by owners a decade earlier, had been occupied by homeless immigrants. It was a common occurrence in this neighborhood that was full of old, empty houses laying in proximity of the city center.

The police went after the illegal incumbents every now and then. Most of the time, the immigrants would disappear in time and the police would try to close off the old houses by adding extra locks onto their doors. But the house next door was special.

First of all it was really big: two stories of approximately ninety square meters each. This meant it could accommodate a big number of inhabitants. Second, it was in really good shape. The roof was still in place, as was the floor and the windows even had glass. It was too good to be true for the penniless, homeless immigrants.

As a result the occupiers wouldn’t give up on it easily. First, the police added a couple of locks – it was easy to brake them. Next, they installed a wall in front of the main entrance and added a metal fence, making it really hard to jump into the front patio. Then they walled all windows on the ground level. Whatever the measure, the immigrants found a way to return to the privileged house.

At one point, the only way to the house was through the adjacent garden. Her garden.

From her living-room window, from her own little desk where she designed her digital villas, she witnessed all the coming and going through her garden. Dozens of them, a dozen times a day. All these young men, from the heart of Asia, from the south coasts of the Mediterranean, who suffered to reach her country hoping for a better future now suffered to enter their house, having to cross her piece of land and two sharp-edged fences.

She was afraid to stay out during the night. She double-checked her windows’ locks. But still, she refused to find a solution through the police. She thought there would be another way around the issue.

She didn’t last long. The new tenants, a gay couple in their late thirties, reinforced the fence as soon as they moved in. It became impossible to jump into the garden from the pedestrian street.

The house next door remains empty since. It’s now a piece of street art. Modern graffiti cover the facade. You can’t even tell where exactly the windows or the door stood.

Tagged , , , , ,