OFFLINE

Το φοιτητικό σπίτι είχε ήδη υπολογιστή ο οποίος όμως άνοιγε αραιά και που για καμιά εργασία. Μέχρι που το πανεπιστήμιο έδωσε δωρεάν ίντερνετ στους φοιτητές και στο σπίτι εμφανίστηκε το πρώτο μόντεμ.  Ήταν κάπου στα τέλη του 1999.

Ντάιλ απ, σουσάμι άνοιξε: εικόνες, μέιλ, ντάουνλόουντ, τσατ, ειδήσεις. Πριν κλείσει βδομάδα ήταν ήδη αυτοματοποιημένη κίνηση: είσοδος, κλείσιμο πόρτας, υπολογιστής, λογκ-ιν. Μετά έγινε συντροφιά στον πρωινό καφέ. Αργότερα και στο φαγητό. Μετά και στις ορμές. Μια επιδημία που χτυπούσε κάθε ευάλωτη στιγμή της μέρας, μεταλλάσσοντας ανεπανόρθωτα το ντι-εν-έι του ελεύθερου χρόνου.  Κι όπως αποδείχθηκε στην πορεία και το ντι-εν-έι της επικοινωνίας εν γένει.

Το τελευταίο προπύργιο του ελεύθερου χρόνου ήταν ο δημόσιος βίος. Ήρθαν όμως τα κινητά νέας τεχνολογίας για να το κατατροπώσουν.

Η αναβάθμιση άργησε να φτάσει να καλύπτει σμαρτ φόουν. Κυκλοφορούσαν ήδη τρία χρόνια στην αγορά πριν αρχίσουν να δίνονται τζάμπα με την ανανέωση συμβολαίου. Τα κουμπιά του παλιού κινητού είχαν αρχίσει να κολλάνε. Ο φορτιστής δεν έκανε καλή σύνδεση. Το συμβόλαιο συμπεριλάμβανε ήδη εδώ και μήνες δωρεάν μεγκαμπάιτ τα οποία πήγαιναν στράφι. Ήταν και καλοκαίρι. Ήταν και ωραίο το νησί. Πόσο μπορεί να αντισταθεί ένας καταναλωτής στις μέρες μας;

Ήταν ένα από τα πρώτα σμαρτ φόουν – μικρή οθόνη, ξεπερασμένο λογισμικό. Όπως και να το κάνουμε, ήταν σμαρτ φόουν. Είχε οθόνη αφής και έμπαινε στο ίντερνετ.

Μία βδομάδα μετά, σε έναν απροκάλυπτο εμπαιγμό του καταναλωτή από τη  μοίρα, το σμαρτ φόουν βούτηξε στη θάλασσα και πνίγηκε ακαριαία. Έλα όμως που είχε ήδη περάσει αυτή η μία βδομάδα. Το κακό είχε γίνει. Είχε επέλθει ο εθισμός στα αππς. Η πρόσβαση στο ίντερνετ παντού και πάντα. Παντού και πάντα να είσαι και κάπου αλλού: σε κάποια κουβέντα με φίλο, σε κάποια επαγγελματική συνεννόηση, σε κάποιο φλερτ.

Ο καταναλωτής δε δίστασε παρά ελάχιστα να πληρώσει 125 ευρώ για μια ολόιδια συσκευή αφού η εγγύηση δεν κάλυπτε αρπαγή από το κύμα – ο έμπειρος τεχνικός στο νησιωτικό κατάστημα κινητής τηλεφωνίας αμέσως διέγνωσε το ατυχές ψέμα πίσω από τις συνθήκες του μοιραίου.

Ενάμιση χρόνο μετά, το κινητό έπλεε τα λοίσθια. Σερνόταν για να φορτώσει το οτιδήποτε και κάθε τόσο η οθόνη αφής γινόταν τελείως αναίσθητη. Η μνήμη του μπούκωνε μέρα παρά μέρα. Το δε ακουστικό του είχε προ πολλού χαλάσει και η χρήση χαντς φρι ήταν αναπόφευκτη – το κουβάρι των καλωδίων με τα ακουστικά επίσης. Από τους δεκαπέντε μήνες έγγαμου βίου, ζήτημα να κύλησαν ανώδυνα οι πρώτοι τρεις.

Το κερασάκι στην τούρτα ήταν η καταστροφή του μίνι-τζακ του χαντς φρι. Πλέον οι κλήσεις ήταν μονόδρομες. Η ανάγκη νέας συσκευής ήταν επιτακτική.

Η μάχη δόθηκε στο κεντρικό κατάστημα της αλυσίδας κινητής τηλεφωνίας. Όλα τα κινητά παραταγμένα. Η επιδότηση κάλυπτε πολλά νέα μοντέλα. Ο καταναλωτής αντιστάθηκε στον πειρασμό και διάλεξε το πιο φθηνό. Θα μένανε και  50 ευρώ για έκπτωση στο πάγιο. Φτάνοντας όμως στο ταμείο τον περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη.  Κοιτούσε λάθος τιμές στο καρτελάκι. Άλλη έκπτωση το νέο συμβόλαιο και άλλη η ανανέωση. Η επιδότηση δεν έφτανε ούτε για το πιο φθηνό σμαρτ φόουν. Θα έπρεπε να τσοντάρει. Δίχως ντροπή, παραδέχτηκε το λάθος του και αποχώρησε για να το σκεφτεί.

Το ίδιο βράδυ αναστήθηκε το παλιό κινητό και βαφτίστηκε Λάζαρος. Αστείο στην αρχή, νοσταλγικό έπειτα, αδιάφορο σύντομα. Τα κουμπιά σκληρά, η φόρτιση γινόταν με πατέντα, η οθόνη συμβατική, το ίντερνετ απών.

Μια βραδιά ανοιξιάτικη, λίγο μετά το Πάσχα, ο υπολογιστής βρέθηκε παραδόξως για ώρες αποκλεισμένος από το ίντερνετ.  Έπρεπε να έρθουν έτσι τα πράγματα για να γίνει σαφές το πολλαπλό μήνυμα της νεκρανάστασης του Λαζάρου.

Μαζί του αναθάρρησαν και οι εξωτερικές δουλειές, οι εκδρομές και οι αίθουσες αναμονής.

Advertisements
Tagged , , , , ,
%d bloggers like this: