Tag Archives: Μαυροειδής

FLORIDA DI LEVANTE

3544210583_9b500f5799_b-700x446

Μετά από επανειλημμένα παράπονα των υπόλοιπων ηλικιωμένων, οι υπεύθυνοι του οίκου ευγηρίας αναγκάστηκαν να διαμορφώσουν ένα δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα για να τρώνε μόνοι τους εκεί η Mrs. Πόπη και ο Mr. Γεράσιμος. Το είχαν συνήθειο την ώρα του φαγητού να τραγουδάνε ιταλικές καντάδες. Οι παράφωνες διφωνίες τους και τα επακόλουθα γέλια ταράζανε την νεκρική σιγή της τηλεόρασης που επικρατούσε στην τραπεζαρία.

Η Πόπη είχε μετακομίσει πρώτη στο γηροκομείο. Ένα αμελητέο οικιακό ατύχημα την είχε ρίξει σε κόμμα λίγων εβδομάδων από το οποίο βγήκε με καλπάζουσα γεροντική άνοια.  Η κόρη της δεν είχε άλλη επιλογή. «It’s the best in Florida» ήταν η απάντησή της στις ενστάσεις του uncle της.

Ο Γεράσιμος επισκεπτόταν την αδερφή του μία φορά τον μήνα. Ήταν ένα από τα λίγα άτομα που η Πόπη αναγνώριζε. Έφευγε πάντα με βαριά καρδιά.

Όταν ο Γεράσιμος χήρεψε, ο γιος του αποφάσισε να τον φέρει στο ίδιο γηροκομείο. Ο Γεράσιμος αρνήθηκε πεισματικά παρότι τα πρώτα σημάδια της αρρώστιας είχαν κάνει την εμφάνισή τους και το ενδεχόμενο να μείνει μόνος του στο σπίτι ήταν παρακινδυνευμένο.

Το πρώτο βράδυ προσπάθησε να αποδράσει κλέβοντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου της αρχινοσοκόμας. Δεν έφτασε πέραν του πάρκινγκ. Σιγά-σιγά εγκλιματίστηκε στο νέο του, βερικοκί περιβάλλον: η σταθερή θερμοκρασία, το μαλακό φαγητό, οι μελαμψές νοσοκόμες και κυρίως η Πόπη, στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Μετά από μισό αιώνα και, ήταν ξανά συγκάτοικοι κάτω από την ίδια στέγη.

Αργά και σταθερά, σαν άμπωτη, απέσυρε η άνοια στα βάθη της συνείδησης παιδιά, γάμους, καριέρες και ξενιτεμούς, αποκαλύπτοντας παμπάλαιες μνήμες σφηνωμένες στον βυθό. Τα δύο αδέρφια περνάγανε τις μέρες τους ανατρέχοντας ένα προς ένα τα σοκάκια του Αργοστολίου, παρακολουθώντας τους Ιταλούς κατακτητές από το κελάρι του πατρικού τους, αναζητώντας τα καλύτερα σύκα στο κτήμα του παππού τους, αποστηθίζοντας ιταλικές καντάδες της εποχής.

Η Πόπη είχε γεννηθεί δυο χρόνια πριν τον Γεράσιμο. Ο Γεράσιμος πέθανε δυο βδομάδες μετά την Πόπη.

Advertisements
Tagged , , , , , , , , ,

MADRID

proyectos-para-invertir-vivienda-en-madrid-housers-entorno-3

Είχε πρόσφατα πατήσει τα τριάντα. Ήταν αρκετά χρόνια στην Ελλάδα  παλεύοντας  να στήσει μια ζωή εδώ. Είχε μάθει άπταιστα ελληνικά. Τα οικονομικά όμως δεν έβγαιναν, τα μαθήματα ισπανικών δεν ήταν ικανή πηγή εισοδήματος κι ό,τι άλλο είχε προσπαθήσει να στήσει δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Εξαίρεση η σχέση με την Ελληνίδα που τον είχε φέρει στη χώρα. Είχαν γνωριστεί όταν κάνανε μαζί Erasmus σε κάποια πόλη της Ιταλίας.

Μετά από βάσανο μεγάλο αποφάσισε να επιστρέψει στην Ισπανία και να γίνει πιλότος ελικοπτέρων στο Ισπανικό Ναυτικό. Ο ίδιος είχε σπουδάσει Γεωγραφία. Υπήρχε όμως μια στιβαρή οικογενειακή παράδοση στα Σώματα από την οποία προσπαθούσε να ξεφύγει.  Η κρίση των τριάντα ήταν το τελικό πλήγμα. Θεώρησε δείγμα ωριμότητας να αποδεχτεί την ήττα του στην Βαλκανική χερσόνησο και να επιστρέψει στην Ιβηρική. Θα σπούδασε κάποια χρόνια, θα γινόταν πιλότος στο Σώμα και μετά θα επέστρεφε στην Ελλάδα για να εργαστεί σε μια νατοϊκή βάση.  Όλα ήταν σοφά μελετημένα.

Το ταξίδι από την Θεσσαλονίκη στη Μαδρίτη έγινε με αμάξι. Ήταν Σεπτέμβρης. Μαζί του είχε έναν απρόσμενο συνταξιδιώτη. Ένας από τους μαθητές του των Ισπανικών έφευγε για Erasmus στη Μαδρίτη. Είχανε δέκα χρόνια διαφορά και μια φιλία που είχε αναπτυχθεί στα πλαίσια ενός ολιγομελούς γκρουπ Ισπανικών.

Ξεκίνησαν βράδυ από Θεσσαλονίκη και το πρωί πήρανε το πλοίο από Ηγουμενίτσα. Την άλλη μέρα το πρωί θα φτάνανε Βενετία. Στο πλοίο δεν είπανε πολλά. Μοιράζονταν βουβά τα ανάμικτα συναισθήματα για την εκ διαμέτρου αντίθετη περιπέτεια που περίμενε τον καθένα τους στο τέλος του ταξιδιού.

Στην Ιταλία έβρεχε καταρρακτωδώς. Οδήγησαν εναλλάξ, αλλάζοντας κάθε τέσσερις ώρες. Βενετία – Σαν Σεμπαστιάν σε μία μέρα. Μια διανυκτέρευση με μηλίτη και πίντσος και την επόμενη άφιξη στη Μαδρίτη.

Ο μαθητής πήγαινε για ένα εξάμηνο. Τελικά έκατσε χρόνο. Ο δάσκαλος στους δύο μήνες βρισκόταν πίσω στη Θεσσαλονίκη.

Tagged , , , , , , ,

HOENSBROEK

22372

Μια παράταιρη μετάθεση του πατέρα τους είχε φέρει στην βαθιά επαρχία των Κάτω Χωρών.  Τετραμελής οικογένεια, μαμά, μπαμπάς και δύο γιοι στην προεφηβεία. Ήταν αρχές δεκαετίας του ’90 – παράταιρη εποχή για οικογενειακή μετανάστευση. Κανείς τους δεν χαιρόταν με την αλλαγή.

Οι γονείς παντρεύτηκαν από έρωτα σφοδρό. Ο μπαμπάς από συντηρητική οικογένεια, στρατιωτικός στο επάγγελμα. Η μαμά νοικοκυρά, από οικογένεια κομμουνιστών. Ο δεσμός τους βρήκε απέναντί του δύο σόγια και τον ελληνικό Στρατό.

Η πόλη, το χωριό για την ακρίβεια, ήταν πολύ κοντά στα σύνορα. Για βενζίνη πηγαίνανε στη Γερμανία και για σούπερ-μάρκετ στο Βέλγιο. Τα αγόρια αναθεώρησαν εμπράκτως την έννοια των εθνικών συνόρων.

Στο χαμηλοτάβανο ολλανδικό σπίτι τους δέχονταν συχνά Έλληνες από τις γείτονες χώρες. Η συντροφιά τους ήταν μια παρηγοριά. Θεωρούσαν πάντα υποχρέωση των δύο γιων να κατέβουν από τα δωμάτιά τους και να χαιρετίσουν τους προσκεκλημένους.

Τις καθημερινές τις περνάγανε οι τέσσερις τους, τρώγοντας σπιτικό ελληνικό φαγητό με τις πιτζάμες και βλέποντας μετά ολλανδική τηλεόραση. Όταν η νοσταλγία φούντωνε έμπαινε στο πικ-απ Μοσχολιού. Ουκ ολίγες φορές κατέληγαν τα αγόρια γονατισμένα, να χασμουριούνται ενώ χτυπάνε παλαμάκια. Η μαμά χόρευε ζεϊμπέκικο με τη ρόμπα.

6 Μαρτίου του 1994 πέθανε η Μελίνα Μερκούρη. Συγγενείς από την Ελλάδα τους στείλανε βιντεοκασέτα με την κηδεία της, όπως την είχαν αναμεταδώσει οι ειδήσεις. Στήθηκαν όλοι μαζί στον καναπέ, με τις πιτζάμες. Τα αγόρια είδαν για πρώτη φορά τον μπαμπά τους να κλαίει γοερά.

Tagged , , , , , , , , , , , ,

TUPPER

inout

“In & Out” by Fabrice Fouillet

Η Ιερή Πύλη άνοιξε αργά. Ένα μικρό τραπέζι βγήκε από το Ιερό και στήθηκε στα δεξιά της. Ακολούθως, τοποθετήθηκε πάνω του ένα μεγάλο κερί. Τελευταίο ήρθε το πλαστικό τάπερ. Ορθογώνιο, μεγάλου μεγέθους, με μπλε καπάκι.

Ο ηλικιωμένος ιερέας πρόβαλε από την Πύλη επιβλητικός μέσα στα πλουμιστά του άμφια. Στράφηκε προς το τάπερ και ξεκίνησε το μνημόσυνο. Δεήθηκε υπέρ της κεκοιμημένης δούλης του Θεού και ευχήθηκε να είναι αιώνια η μνήμη της. Το τάπερ πεντακάθαρο,  ασάλευτο μπροστά στο κερί, άκουγε γαλήνια την καθαρεύουσα του Θεού. Ήταν γεμάτο με κόλλυβα.

Κανένα από τα τάπερ που φύγανε από το σπίτι της κεκοιμημένης δεν είχε μεταφέρει μνημόσυνη τροφή. Ήταν ταγμένα στα υπολείμματα οικογενειακών τραπεζιών, μικρών και μεγάλων. Πολλά από αυτά βρίσκονται διασκορπισμένα στα ντουλάπια συγγενών. Εκτός απροόπτου, θα ζήσουν αιώνια.

Tagged , ,

Ένα σποτ για το βιβλίο μου “Εφτά ψυχές στο στόμα“. Πρωταγωνιστεί ο Πουρπούρης ο οποίος τυγχάνει και χαρακτήρας του βιβλίου.

Tagged , , , , ,

ALEXANDRIA

Φύγαμε για το χωριό οικογενειακώς. Δεν ήταν μια ανοιξιάτικη εξόρμηση. Υπήρχε λόγος σοβαρός: η εκταφή του παππού και της γιαγιάς.

Ο ξάδερφος και μόνο μέλος του σογιού που παρέμενε στα πάτρια εδάφη ανέλαβε να διαλευκάνει τηλεφωνικώς μία διαδικαστική απορία:

«Έλα Ελένη, έχει έρθει η Στέλλα για την εκταφή του θείου Αριστείδη. Πες μου κάτι, ο τάφος του θείου ανήκει σε σας;» Μικρή παύση. Απάντηση στην άλλη άκρη της γραμμής. «Καλά θυμόμουν. Ε, να το ξέρετε τότε, από αύριο αδειάζει θέση!»

Το μαύρο χιούμορ κυλούσε στα γονίδια της οικογένειας. Το είχαν πολλοί από τους συγγενείς μας που κείτονταν στα μνήματα του νεκροταφείου.

Ένας Αιγύπτιος εργάτης έσκαβε τον τάφο με φτυάρι. Είχαν περάσει χρόνια πολλά από τις κηδείες. Το ξύλο είχε λιώσει. Το ίδιο και τα σώματα. Έμεναν μόνο ρούχα και κόκαλα. Έμπειρος ανατόμος, ο Αιγύπτιος συνέλεξε όλα τα οστά του παππού και της γιαγιάς φροντίζοντας να παραδώσει το ζευγάρι αρτιμελές.

Η λεπτομέρεια: το ζεύγος γνωρίστηκε στην Αίγυπτο κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο παππούς βρέθηκε εκεί με τον ελληνικό στρατό. Η γιαγιά ήταν αιγυπτιώτισσα. Το προξενιό έγινε από την αδερφή της γιαγιάς που είχε αρραβωνιαστεί έναν συγχωριανό του παππού. Παντρεύτηκαν στην Ελλάδα, μετά το τέλος του πολέμου.

Μια ξανθοβαμμένη γυναίκα έπλενε τα κόκαλα καθισμένη ανακούρκουδα στη σκιά ενός πεύκου. Ο ανοιξιάτικος ήλιος είχε εξατμίσει την πρωινή δροσιά. Τα παιδιά της, ηλικίας δημοτικού, έπαιζαν κυνηγητό στον πολεοδομικό ιστό του κοιμητηρίου. Η μητέρα τους σχολίασε καθώς σαπούνιζε την κνήμη: «Ψηλός ο παππούς». Ήταν όντως ψηλός.

Μαζί με τον ξάδερφο είχε έρθει κι ο δωδεκάχρονος γιος του. Ο πατέρας του επέμενε πως ήταν καλό γι’ αυτόν να εξοικειώνεται με τον κύκλο της ζωής. Ο πιτσιρικάς κάπνιζε τα τσιγάρα του χωρίς να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το τελετουργικό της εκταφής. Κάθε τόσο έξυνε επιδεικτικά τα γεννητικά του όργανα.

Ο νεαρός παπάς έρανε τα οστά με κόκκινο κρασί και έψαλλε μιαν ευλογία. Κλείσαμε τα μεταλλικά κασελάκια και τα μεταφέραμε στο οστεοφυλάκιο. Εκεί ήταν μαζεμένο μπόλικο σόι. Ανάμεσά τους η Αλίκη και ο Στέλιος, οι προξενητές.

Μείναμε για κάποια ώρα στο νεκροταφείο. Ο χώρος ενδείκνυται για χώνεψη υπαρξιακών σκέψεων. Ανάμεσα στις σιωπές, ο ξάδερφος μας διηγιόταν ξεκαρδιστικές ιστορίες από τους διάφορους συγχωριανούς που αναγνώριζε στις φωτογραφίες των τάφων.

Επιστρέφοντας, το αγροτικό του ξάδερφου μπήκε μπροστά. Στην καρότσα στεκόταν όρθιος ο υιός. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής μας πρότεινε το πουλί του με τις δύο του παλάμες τεντωμένες.

Tagged , , ,

UN CHAT D’ AMOUR

peniciline

Γνωριστήκαμε στο νησί. Ζούσε κάπου στη γειτονιά γύρω από το εξοχικό. Δεν ανήκε σε κάποιον – ούτε επιθυμούσε αλλά ούτε και είχε ανάγκη από θετούς γονείς. Ήταν μία άριστη κυνηγός, ικανή να συντηρήσει μόνη της τον εαυτό της και τα πέντε τέκνα της.

Το όνομά της ήταν μία έμπνευση της στιγμής: Πενικιλίνη. Κατά ένα περίεργο τρόπο το όνομα αυτό ταίριαζε τόσο στον πολύχρωμο χαρακτήρα της όσο και στην τρίχρωμη γούνα της.

Με το που φθάσαμε, ανακήρυξε το σπίτι μας ως το νέο της αγαπημένο μέρος για ύπνο και εμάς, τους ενοίκους του, ως τους νέους αγαπημένους της ανθρώπους. Προκειμένου να κάνει σαφή αυτή της την απόφαση, μετακόμισε τα πέντε νεογέννητά της στη φραγκοσυκιά απέναντι από την αυλή.

Η Πενικιλίνη δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη. Είχε τεράστια μάτια, ως επί το πλείστον ημίκλειστα εκτός από όταν ήταν σε κατάσταση επαγρύπνησης. Τρελαινόταν να την χαϊδεύουν και να τρίβει το ισχνό κορμί της σε γωνίες τοίχων και πόδια τραπεζιών. Ήταν πολύ κοινωνική και ευφυής. Της άρεσε να περνάει χρόνο μαζί μας αλλά δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον να μπει στο σπίτι παρά μόνον όταν πεινούσε και βαριόταν να κυνηγήσει.

Περάσαμε πολλές ώρες μαζί. Καθόταν στον πάγκο δίπλα μου και πουρπούριζε ενόσω εγώ δακτυλογραφούσα κατά της διάρκεια της νύχτας. Έγραφα τα τελευταία κεφάλαια του πρώτου μου μυθιστορήματος, μια ιστορία με γάτες σε ένα Ελληνικό νησί – ω, τι υπέροχη σύμπτωση! Η ιδέα είχε γεννηθεί ένα χρόνο πριν σε μια αντίστοιχη παραθεριστική κατοικία την οποία είχαν οικειοποιηθεί δύο γατάκια τα οποία έμελλαν να γίνουν οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος.

Η Πενικιλίνη δεν ήταν μέρος της ιστορίας. Με κάποιο τρόπο όμως, προς το τέλος της αφήγησης, εμφανίστηκε μέσα στην πλοκή με τον πλέον φυσικό τρόπο. Μου ήταν αδύνατον να αντισταθώ στον πειρασμό να την βάλω να συγχρωτιστεί με τις εφτάψυχες πρωταγωνίστριες της ιστορίας. Δεν χρειαζόταν να κάνει πολλά. Η ειλικρινής και αγαπησιάρικη προσωπικότητά της σε συνδυασμό με τις άριστες κυνηγετικές της δεξιότητες προσέδιδαν μια γλαφυρή νέα δυναμική στην γατοπλοκή.

Έτσι συνέχισα το γράψιμο με έναν νέο γαταχαρακτήρα: μια χαλαρή, νυμφομανή γάτα – η ίδια γάτα που πουρπούριζε δίπλα στα πόδια μου.

Έπρεπε να φτάσω προς τις τελικές διορθώσεις για να συνειδητοποιήσω γιατί η Πενικιλίνη είχε παρεισφρήσει στην ιστορία. Αποτελούσε ένα αρχέτυπο γάτας. Μια γάτα που κυνηγά, θηλάζει, κοινωνικοποιείται και δημιουργεί δεσμούς ενώ παραμένει ανεξάρτητη. Μια γάτα που ισορροπεί αψεγάδιαστα ανάμεσα στην άγρια και την εξημερωμένη φύση της. Μια γάτα που άξιζε ένα βιβλίο αφιερωμένο σ’ αυτήν.

Tagged , , , , ,

DIECI MINUTI

deka lepta

Οι γονείς είχαν χωρίσει. Ο μπαμπάς είχε κόψει το κάπνισμα. Ο γιος είχε ανακαλύψει τον αυνανισμό.

Μπαμπάς κι γιος πήγαν καλοκαιρινές διακοπές χωρίς τα κορίτσια. Οργανωμένο κάμπινγκ στην Πελοπόννησο. Ιταλικές οικογένειες σκούζανε ολούθε.

Ο μπαμπάς είχε ξαναρχίσει το κάπνισμα και είχε βάλει από μόνος του έναν περιορισμό: ποτέ μπροστά στο παιδί. Κάθε τρεις και λίγο εξαφανιζόταν για να πάρει ένα τηλέφωνο, για να κατουρήσει ή να φέρει κάτι από το αμάξι. Γύριζε μετά από δέκα λεπτά ξεχαρμανιασμένος και μυρίζοντας τσιγαρίλα.

Έπρεπε να καλύψουν τον χαμένο χρόνο – τον χειμώνα δεν βρίσκονταν συχνά. Υπήρχε πολλή αμηχανία. Ήταν κι η εφηβεία στη μέση.

Πέντε, έξι φορές τη μέρα, ο γιος κλειδωνόταν στο ημιυπαίθριο ντους, έριχνε ένα κέρμα των 50 δραχμών στο χρονόμετρο κι απολάμβανε δέκα λεπτά τρεχούμενου νερού.

Επέστρεφε στη σκηνή ξεχαρμανιασμένος και μυρίζοντας σαμπουάν μπύρας. Άθελά του, έπιανε τον πατέρα του στα πράσα μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι.

Tagged , , , ,

It was one of these L.T.L.R.

The naked male human was sunbathing on the nudist beach. The female dog walked directly to him and licked his chest for a little while. Her owner, a woman on her late 30’s, stand some thirty meters away. She was giving the dog her afternoon walk along the beach. She felt she didn’t have to call her away from the male stranger she was licking. Instead she walked away. A bit after, the dog run after her.

A few meters away, a flamboyant German teenager was sunbathing nude. His hair was dyed bright yellow. Next to him lied his mom also nude – she was one of these hippies that invaded Greece back in the 70’s…

The same night:

It was full moon and there were lots of people on the beach-bar. The loudspeakers played something like modern reggae that mingled with Greek traditional music coming from the next bar – it was one of these islands…

On the other end of the bar, the German boy and his mother were ordering a new round in adequate Greek: “Ena akomi raki parakalo”.

The dog and her owner were seating on a table right by the bar. There was also another woman with them, in her late 40’s, short hair dyed bright red, dressed in a post-hippy style. One could easily think the two women were a couple but after a closer look you could see they were actually close friends. Probably long time single girlfriends.

The red-haired didn’t interact much with the dog. It was her friend who ran after her every couple of minutes. The dog didn’t really follow her orders. She would go close to any table with food and every time the owner would have to cross the bar to fetch the dog back, dragging her by her collar while eloquently explaining to her in what way she had misbehaved. The raid-haired would usually add something at the end of the monologue. Something like: “You dog…”

It seemed like a lack of interest in the dog. At the same time, she would have every right to accuse her friend for lack of interest in her. She spent much more time running after her pet than talk with her. However, she looked more indifferent than pissed off by the fact. After all, they were on vacations.

The Germans were now performing synchronized smoking.

This time the dog went too far. It barked aggressively to a passenger. Her owner went to fetch her once again. As she dragged her back she told her off in a bold tone. All the people at the bar turned towards them. Half way back to the table she loosened her grab, letting the dog continue alone towards their seat. The dog actually run right to the feet of the raid-haired who welcomed her with a faint petting on the head. The dog curled under her feet. It was obvious she acknowledged her equally as her owner. Or, better say, her parent. Apparently the two women raised the dog together. They were a couple after all. It was one of these long term lesbian relationships… Most probably a successful one.

The man from the beach ordered meat balls. The dog run to him and licked his feet in hope of a treat. A bit after the German boy made his first move on him.

Tagged , , , , , , , , ,

PENICILLIN

peniciline

 

 

We met on the island. She lived somewhere in the neighborhood around the summer house, belonging to no one in particular – she neither needed nor wanted to have any foster parents. She was an excellent hunter who could provide for herself and her five kittens.

Her name was an instinctive inspiration: Penicillin. Somehow it suited both her colorful character and her three colored fur.

As soon as we arrived, she acknowledged our house as her new favorite nap spot and us, the people occupying it, as her new favorite humans. In order to underline her point, she moved her five newborns on the wild cactus just outside the garden.

Penicillin wasn’t particularly beautiful. She had huge eyes, semi-closed most of the time except when in a state of alert. She loved cuddling and rubbing her skinny body across wall corners and table feet. She was very social and intelligent. She enjoyed spending time with us but showed no particular interest in inserting the house except when she felt hungry and too lazy to hunt.

We spent many hours together. She would seat on the bench next to me and pour while I’d type on my laptop during the night. I was writing the final chapters of my first novel, a story about cats on a Greek island – what a delightful coincidence. The idea was born a year back, in a similar summer house which two kittens had appropriated soon to become my novel’s protagonists.

Penicillin wasn’t part of the novel. But somehow, towards the end of the story, she emerged inside the plot as naturally as a bubble emerges out of the sea. I couldn’t resist having her interact with the protagonists. Her sincere and caring attitude along with her sharp hunting skills brought an irresistible new dynamic in this cat-story.

So I went on writing with a new catacter on board: a chill-out nymphomaniac cat. The same cat that was purring right by my lap.

It was around the time of the final editing when I realized why Penicillin had entered the novel. She stands as a prototype cat. A cat that can hunt, nurse, socialize, bond and remain independent. A cat that balances in the most flawless way between her wild and her domestic nature. A cat that deserved to have a book dedicated to her.

 

IMG_0447

 

Tagged , , ,